Κάποτε στην Σκόπελο.........


  Μεταπολεμικά, οι σκοπελίτες αρχίζουν να ανασαίνουν. Βρίσκουν "ανοιχτό" τον δρόμο προς την ελευθερία και αρκετοί μεταναστεύουν Αμερική, ενώ οι περισσότεροι στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι, Πετράλωνα και Περιστέρι για να εργαστούν. Αρκετοί είναι και αυτοί, που μπαρκάρουν στα καράβια, ναυτικοί.

   Οι υπόλοιποι που έμενα στο νησί δούλευαν ως οικοδόμοι, κτηνοτρόφοι, ψαράδες αλλά κυρίως αγρότες. Όλοι είχαν στην κατοχή τους απο ένα αγρόκτημα, το καλλιεργούσαν και έβζαζαν τα "προς το ζην". Γέμιζαν τα κελάρια τους με λάδι, ελιές, ρίγανη και φασκόμηλο, ξερά δαμάσκηνα και σύκα, τυρί, τραχανά, τίποτα δεν πήγαινε χαμένο, όλα τα δώρα της φύσης επεξεργάζονταν και αποθηκεύονταν για τον χειμώνα. Το φθινόπωρο η "λαδιά" και το καλοκαίρι τα δαμάσκηνα και ο τρύγος, τους εξασφάλιζε ένα είσόδημα διαβίωσης.

 


  Οι γυναίκες περνούν τη μέρα τους στο νοικοκυριό, στο καθάρισμα του σπιτιού, την προετοιμασία του φαγητού και στο ανάθρεμα των παιδιών, τον ελεύθερο χρόνο τους κεντούν, πλέκουν και συνανστρέφονται με τις γειτόνισσες στις πεζούλες των γειτονιών. Οι άνδρες αφού γυρίσουν απο τη δουλειά θα φάνε, θα ξεκουραστούν και θα κάνουν τη βόλτα τους στην παραλία, στα καφενεία της εποχής. Οι κτηνοτρόφοι βοσκούσαν τα κατσικάκια τους, απο τα οποία έπαιρναν το κρέας και  το γάλα με το οποίο έφτιαχναν τυρί, μυζήθηρα, τραχανά και κατίκι. Όταν έσφαζαν έστελναν τον ντελάλη να διαλαλήσει στις γειτονιές το φρέσκο επόρευμα "ο Γιάνναρος έσφαξε γίδα, 5 δραχές η οκά".



   Η ζωή των σκοπελιτών περιστρέφονταν γύρω απο τα καλύβια, δηλαδή τα αγροτικά σπίτια, που μετακόμιζαν τους θερινούς μήνες - που καιρός για ακρογιαλιές και μπάνια -  για να ψήσουν τα δαμάσκηνα, να λιάσουν τα σύκα, να μαζέψουν τη ρίγανη και το φασκόμηλο, να φτιάξουν το γλυκό του κουταλιού "αυγάτο" και τέλος να τρυγήσουν τα αμπέλια και φτιάξουν τον μούστο και το κρασί. 

  Οι δε κτηνοτρόφοι, πηγαινοέρχονταν καθημερινα με άλογα, μουλάρια ή γαϊδουράκια για να βοσκήσουν και να περιποιηθούν τα ζώα. Απο κοντά ακολουθούσαν και οι γυναίκες, βοηθούσαν στις εργασίες, καθάριζαν και έφτιαχναν φαγητό, ζύμωναν άνοιγαν φύλλο και γέμιζαν με τυρί, κρεμμύδι ή χόρτα που μάζευαν απο το βουνό.

  Η χειρονακτική εργασία ήταν σκληρή αλλά η αμοιβή ακριβοδίκαιη. Η ζωή στη Σκόπελο βρισκόταν σε ένα επίπεδο όπου κανείς δεν έμενε χωρίς φαγήτο, η καλλιέργια της γης αλλά και η μεταξύ των σκοπελιτών αλληλεγγύη προς τους ασθενέστερους υπήρξε σωτήρια. Οι αγροτικές εργασίες και η ανάγκη για "χέρια" στη Σκόπελο έφερε και εργάτες απο τη Γλώσσα και την Αλόννησο, πολλοί απο αυτούς έμεναν στις οικογένειες ως "ψυχοπαίδια". 

Ο δρόμος που οδηγούσε απο τη Χώρα της Σκοπέλου στη Γλώσσα αλλά και στις αγροτικές περιοχές Ράχες, Διακόπι και Πύργο γινόταν διαμέσου του καλντεριμιού απο το Αλούπι  στα Καγκέλια (ο δρόμος Ράχη - Διακόπι) στη συνέχεια Λαλαριάς (μονοπάτι απο Διακόπι για Αγία Παρασκευή στον Πύργο) έπειτα Άγιος Ρηγίνος και τέλος  Έλιος και  Γλώσσα. Ο λαλαριάς ήταν ένα μονοπάτι ανηφορικό γεμάτο απο μεγάλες πέτρες σαν λαλάρια γιαυτό και παλιά έλεγαν τη φράση "θα σε περάσω τον λαλαριά" δηλαδή θα σε κάνω να υποφέρεις, να δυσκολευτείς.

                                                 



Η Κυριακή ήταν η μέρα της εκκλησίας. Απο βραδύς οι σκοπελίτες γυρνούσαν στα σπίτια τους, πλένονταν και ετοίμαζαν τα καλά τους ρούχα, όσο για τα καλά παπούτσια ήταν σπάνια και πολλές φορές ένα ζευγάρι το μοιραζόταν μια ολόκληρη  οικογένεια.

Τα γλέντια και τα πανηγύρια δεν έλειπαν απο την κοινωνία των σκοπελιτών. Σε κάθε ονομαστική εορτή, ο εορταζόμενος, υποδεχόταν τους επισκέπτες με γλυκό του κουταλιού και λικέρ, όλα χειροποιήτα και σπιτικά, έπειτα έκανε το "τραπέζι" στους συγγενείς και ακολουθούσε χορός και τραγούδι. Συνήθως χόρευαν χορούς συρτούς, στρωτούς, πολίτικους (συνδυασμός νησιώτικου και μικρασιάτικου) και τραγουδούσαν στιχάκια κανταδόρικα, ένας άρχιζε και οι υπόλοιποι επανάλμβαναν. 

Ιδιαίτερη εορταστική εκδήλωση για τους σκοπελίτες ήταν οι αποκριές, όπου όλη η οικογένεια ακόμη και οι ξενιτεμένοι επέστρεφαν στο νησί για να διασκεδάσουν με τα εγχώρια έθιμα. 


Αυτοί που είχαν στην κατοχή τους κάποια εκκλησία έστηναν πανηγύρι τρικούβερτο. Απο μέρες πριν ξεκινούσαν  το άσπρισμα της εκκλησίας και του καλυβιού, έσφαζαν τα ζώα για το τραπέζι και προετοίμαζαν τα απαραίτητα για την αγρυπνία και τη θεία λειτουργία. Γνωστά ιερά πανηγύρια ήταν η Αγία Τριάδα στον Καλόγερο, η Αγία Παρασκευή στον Πύργο κ.α. 




Οι πιστοί επειδή πήγαιναν με τα ζώα και η απόσταση ήταν μεγάλη, αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν στο καλύβι του ιδιοκτήτη της εκκλήσιας, στους σοφάδες (μεγάλα χτιστά κρεβάτια) και στις πεζούλες, και έτσι στηνόταν γλέντι μεγάλο με φαγητό, κρασί και τραγούδι. Εξέχουσα θέση στα πανηγύρια κατείχαν τα ακορντεόν, που είχαν μεγάλη παράδοση την εποχή εκείνη στο νησί, το λαούτο και το βιολί και παλαιότερα το σαντούρι, που ήρθε στην Σκόπελο απο τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

Τον Μάρτιο του 1965 ένας μεγάλος σεισμός θα προκαλέσει ζημιές σε όλα σχεδόν τα σπίτια του νησιού και έτσι θα ξεκινήσει η νέα ανοικοδόμηση. Ξεκινά παράλληλα και η δειλή εμφάνιση του τουρισμού, η οποία επέφερε και την απαγόρευση των καρναγίων, που ως τότε υπήρχαν στο λιμάνι, στο Γλυστέρι, στο Λιμνονάρι, στον Πάνερμο, στη Γλώσσα.




Οι τουρίστες ενθουσιασμένοι απο τα παρθένα τοπία, έρχονταν ξανά και ξανά φέρνοντας μαζί τους και φίλους με αποτέλεσμα στις αρχές τις δεκαετίας του 80', οι κάτοικοι να ανοίγουν τα σπίτια τους για να κοιμήσουν τους παραθεριστές, ακόμη και στο σαλόνι αλλά και στα μπαλκόνια. Οι σκοπελίτες που αμέσως κατάλαβαν την αξία του τουρισμού, έχτισαν ενοικιαζόμενα δωμάτια και άφησαν στην άκρη τα παραδοσιακά επαγγέλματα και την ενασχόληση τους με τη γη και την κτηνοτροφία. Δεν υπάρχει κάτοικος στη Σκόπελο που να μην έχει κατάλυμα. 








Σήμερα οι κάτοικοι του νησιού, μπορεί να στηρίζονται στον τουρισμό αλλά δεν έχουν εγκαταλείψει εντελώς  τον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Απολαμβάνουν τα "καλύβια", που κληρονόμησαν απο τους παππούδες με παρέες, λειτουργούν τα εξωκκλήσια της οικογένειας, καλλιεργούν τις δαμασκηνιές για δική τους κατανάλωση και μαζεύουν τη "λαδιά" τους για να έχουν δικό τους λάδι διατηρώντας έτσι ένα μικρό κομμάτι απο το παρελθόν ζωντανό και μεταφέροντας την αξία της τοπικής παράδοσης με τη σειρά τους στα παιδιά τους.


Κείμενο: Σπυριδούλα Μπετσάνη.

Συνέντευξη απο αγαπητούς παππούδες του ΚΑΠΗ Σκοπέλου 2016-2017.

Φωτό: Skopelos Tάκης Τλούπας, Αικατερίνη Μπετσάνη.

Πρώτη Δημοσίευση Discover Skopelos τεύχος 2016 -2017.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Βάσω και Σπύρος Κοσμά - Καλλιτέχνες της Σκοπέλου

Μάρω Βουδούρογλου Βλαχάκη - Καλλιτέχνες Σκοπέλου.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΟΧΥΛΗΣ - ΞΥΛΟΥΡΓΟΣ - ΛΑΪΚΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ